Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΟΛΕΘΡΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΟΛΕΘΡΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 7 Ιουλίου 2008

ὄλεθρος

(ὁ), (ὅλλυμι)΄ ὅ,τι καὶ νῦν, ὄλεθρος, καταστροφή, ἀπώλεια, θάνατος || οὐκ εἰς ὄλεθρον; (ἐνν. ἐρρήσεις;)= «δὲν πᾷς νὰ χαθῇς;», «δὲν θὰ πᾷς κατὰ διαβόλου;», εἶναι δηλ. συνών. τῷ οὐκ ἐς κόρακας; (πρβλ. τὸ ἔρρ’ ἐς κόρακας)΄ ἰσοδυναμεῖ δὲ ἡ ἀρνητικὴ αὐτὴ ἐρώτησις πρὸς ἔντονον προστακτικήν («πήγαινε στὸ διάβολο, χάσου ἀπ’ ἐμπρός μου» - «γκρεμοτσακίσου, φύγε ἀπὸ μπροστά μου»). – ΙΙ. ὡς τὸ λατ. pernicies καὶ pestis (μετὰ ἐνεργ. σημασ.), τὸ πρᾶγμα τὸ προκαλοῦν ὄλεθρον καὶ καταστροφήν, π.χ. λοιμός, κ.τ.ὅ.

Ἐτυμ.: ὄλεθρος, ὀλέθριος, ὀλέκω΄ ὀλετήρ΄ ὄλλυμι (*ὀλ-νυ-μι): λατ. ab-oleo΄ πάντα ταῦτα συνανήκουσιν ἐτυμολογικῶς.

[ΙΩΑΝ. ΣΤΑΜΑΤΑΚΟΥ - ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΗΣ]

ὄλλυμι

καὶ ὀλλύω: καταστρέφω, ἐπιφέρω τὸ τέλος τινός, φονεύω. 2) ἀπόλλυμι, χάνω. – Τὸ ἐνεργ.καὶ εἰς τὰς δύο του σημασ. ἀντιστοιχεῖ πρὸς τὸ λατ. perdere.

ΙΙ. μέσον, ὄλλυμαι, χάνομαι, φθάνω εἰς τὸ τέλος μου, «τελειώνω», ἀποθνῄσκω, λατ. pereo || ὄλοιο, ὄλοιτο, ὄλοισθε κλπ.=νὰ χαθῇς!, νὰ χαθῇ!, νὰ χαθῆτε! || καταστρέφομαι, ἀφανίζομαι, χάνομαι. 2) οὕτω ὁ β’ πρκ. ὄλωλα=εἶμαι κατεστραμμένος, εἶμαι χαμένος || οἱ ὀλωλότες=οἱ τεθνεῶτες, οἱ νεκροί. [δι’ ἐτυμ. βλ. ὄλεθρος].

[ΙΩΑΝ. ΣΤΑΜΑΤΑΚΟΥ - ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΗΣ]