Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΟΛΕΚΩ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΟΛΕΚΩ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 6 Νοεμβρίου 2008

ὀλέκω

ἐν χρήσει μόνο κατ' ἐνεστ. καὶ πρτ., παράλληλος τύπος τοῦ ὄλλυμι΄ ὡς τὸ ὄλλυμι, καταστρέφω, ἐξαφανίζω, φονεύω | παρ’ Ὁμήρῳ ἀείποτε ἐπὶ τῆς σημασίας τοῦ φονεύω, καὶ τὸ πλεῖστον ἐπὶ ἀνθρώπων.

ΙΙ. παθ., χάνομαι, ἀποθνήσκω, ἰδίως ἐπὶ ἐπιδημικοῦ θανάτου, ὀλέκοντο δὲ λαοὶ Ἰλ. Α. 10.

[
ὀλέκοντο, γ΄ πληθ. πρτ. (Α 10)]

Δευτέρα 7 Ιουλίου 2008

ὄλλυμι

καὶ ὀλλύω: καταστρέφω, ἐπιφέρω τὸ τέλος τινός, φονεύω. 2) ἀπόλλυμι, χάνω. – Τὸ ἐνεργ.καὶ εἰς τὰς δύο του σημασ. ἀντιστοιχεῖ πρὸς τὸ λατ. perdere.

ΙΙ. μέσον, ὄλλυμαι, χάνομαι, φθάνω εἰς τὸ τέλος μου, «τελειώνω», ἀποθνῄσκω, λατ. pereo || ὄλοιο, ὄλοιτο, ὄλοισθε κλπ.=νὰ χαθῇς!, νὰ χαθῇ!, νὰ χαθῆτε! || καταστρέφομαι, ἀφανίζομαι, χάνομαι. 2) οὕτω ὁ β’ πρκ. ὄλωλα=εἶμαι κατεστραμμένος, εἶμαι χαμένος || οἱ ὀλωλότες=οἱ τεθνεῶτες, οἱ νεκροί. [δι’ ἐτυμ. βλ. ὄλεθρος].

[ΙΩΑΝ. ΣΤΑΜΑΤΑΚΟΥ - ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΗΣ]