Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΙΜΠΛΗΜΙ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΙΜΠΛΗΜΙ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 10 Απριλίου 2009

πλοῦτος

(ὁ), (πίμπλημι, πολύς)' ὅ,τι καὶ νῦν, ἀφθονία | 2. ὡς κύριο ὄνομα, ὁ Πλοῦτος=ὁ θεὸς τοῦ πλούτου, υϊὸς τῆς Δήμητρος καὶ τοῦ Ἰασίου, παριστανόμενος ὡς τυφλός.

Σάββατο 21 Φεβρουαρίου 2009

πίμπλημι

πληρῶ, γεμίζω | 2. μετὰ αἰτ. προσ., πληρῶ ἐντελῶς, ἱκανοποιῶ, παραγεμίζω, τινά | 3. πληρῶ κάποια θέση, κατέχω ἀξίωμα.

ΙΙ. μέσον, γεμίζω δι᾿ ἐμαυτὸν ἢ γεμίζω κάτι ἀνῆκον σὲ μένα | 2. παθ. πληροῦμαι, γίνομαι πλήρης | 3. μτφρ., εἶμαι πλήρως ἱκανοποιημένος ἀπό τι.

[
πίμπλαντο, ἐπ. γ’ πληθ. παθ. πρτ. (Α 104)]