Δευτέρα, 7 Ιουλίου 2008

ὃς, ἣ, ὃ

ὅς, ἥ, ὅ

κυρίως= ὁποία, ὁποῖος, τὸ ὁποῖον.

Α. Ἀναφορικὴ ἀντωνυμία: ὅστις, ὁ ὁποῖος, λατ. qui, quae, quod. Παραλλήλως πρὸς τὴν ἁπλῆν ἀναφορ. ὅς, ἥ, ὅ (παρ’ Ὁμ. καὶ ὁ, ἡ, τό) ἀπαντῶσι καὶ αἱ σύνθετοι ἀναφορ. ὅστις (καὶ ὅτις), ὅστε, ὅσπερ (καὶ ὅπερ), ὅς γε΄ ἡ ὅστις κυρ. σημ. ὁστισδήποτε, λατ. quisquis (ἔχει δηλ. ποιάν τινα ἀοριστολογικὴν χροιάν), συχνὰ ὅμως ἀναφέρεται καὶ εἰς προηγούμενόν τι ὡρισμένον (βλ. ὅστις)΄ ἡ ὅσπερ εἶναι ἐπιτετ. τύπος τῆς ὅς (βλ. ὅσπερ)΄ τὲλος ἡ ὅς γε παρέχει εἰς τὴν ὅς δύναμιν περιοριστικὴν ἤ διακριτικήν, ὡς τὸ λατ. qui quidem quipped qui (βλ. ὅς γε).

Ἡ ἀναφορ. ἀντων. συχνὰ συμφωνεῖ καθ’ ἕλξιν πρὸς τὴν πτῶσιν τῆς προηγούμενης λέξεως, εἰς ἥν ἀναφέρεται: τῆς γενεῆς, ἧς Ζεὺς δῶκε (ἀντὶ ἥν Ζευς δῶκε) || τὸ οὐδ. ἀναφέρεται πολλάκις οὐχὶ εἰς προηγηθεῖσαν πρότασιν ἀλλὰ εἰς πρότασιν, ἥτις ἐπακολουθεῖ μετ’ αὐτό («προεξαγγελτικὴ παράθεσις»): ὅ δὲ πάντων μέγιστον…, ὅ δὲ πάντων δεινότατον…= «ἀλλ’ ἐκεῖνο ποὺ εἶναι τὸ πιὸ σημαντικὸ ἀπ’ ὅλα εἶναι ὅτι… ἀλλὰ τὸ πιὸ τρομερὸ ἀπ’ ὅλα εἶναι ὅτι… || ἐπὶσης ἡ ἀναφορ. ἀντων. κεῖται ἐνίοτε καὶ ἀντὶ τοῦ τελ. συνδ. ἵνα=γιὰ νά, πρὸς δήλωσιν ἐπιδιωκομένου σκοποῦ (ὡς τὸ λατ. qui ἐνίοτε ἀντὶ τοῦ ut): ἄγγελον ἧκαν, ὅς ἀγγείλειε γυναικί=ἔστειλαν ἀγγελιαφόρον ἵνα ἀναγγείλῃ εἰς τὴν γυναῖκα(=λατ. nuntium miserunt qui nuntiaret) || ὡσ. δύναται νὰ κεῖται ἀναφορ. πρότασις ἀντὶ αἰτιολογικῆς (πρὸς τὴν ὁποίαν καὶ ἰσοδυναμεῖ, ὥστε νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἀντικατασταθῇ δι’ αὐτῆς): ἄτοπα λέγεις… ὅς γε κελεύεις=ἄτοπα λέγεις… σὺ γὰρ κελεύεις, ἤ διότι σὺ κελεύεις || ὡσ. καὶ ἀντὶ ὑποθετικῆς (ἀντὶ τοῦ εἲ τις, ἐάν τις): συμφορὰ δ’ ὅς ἄν τύχῃ κακῆς γυναικός=συμφορὰ δέ, ἐάν τις τύχῃ κακῆς γυναικός.

Εἴς τινας περιπτώσεις ἡ ἀναφορ. ἀντων. χρησιμοποιεῖται ἀπολύτως:

Ι. ἐπὶ χρόνου, ἡ ἐμπρ. γεν. ἐξ οὗ (ἐνν. χρόνου)=ἀπὸ τότε πού..., ἀφ’ ὅτου | ἡ ἁπλὴ γεν. οὗ (ἐνν. χρόνου)=ὁπότε, ὅτε | ἡ περίφρ. ἔστιν οὗ ( πλῆρες=ἔστι ἐνν. χρόνος, οὗ ἐνν. χρόνου) =ἐνίοτε, κάποτε-κάποτε, κατὰ περιστάσεις. 2) ἐπὶ τόπου, ἡ γεν. ο=ὅπου, ἐκεῖ πού, εἰς μέρος ὅπου (καὶ ἐν πλαγ. ἐρωτ., εἰς ποῖον μέρος, ποῦ;) | οὗ μέν... οὗ δέ=ἀλλοῦ μέν... ἀλλοῦ δέ… | ἔστιν οὗ= ἐνιαχοῦ, εἴς τινα μέρη, κάπου. –

ΙΙ. ἡ δοτ. ἐν. θηλ. , ἐπὶ τόπου (=λατ. qua)=ἐπὶ στάσεως, ἐν τόπῳ, εἰς ὃ μέρος, ὅπου | καὶ ἐπὶ κινήσεως πρὸς τόπον, πρὸς ὃ μέρος | τὸ πλῆρες: τῇ..., =ἐκεῖ... ὅπου, ἢ πρὸς ἐκεῖνο τὸ μέρος... (πρός) ὅπου.... 2) ἐπὶ τρόπου, ὡς τὸ ὅπως (λατ. quomodo): θέμις ἐστί=ὅπως εἶναι ὀρθόν (δίκαιον, ἐπιτετραμμένον) | ἐν ὅσω, ἐφ’ ὅσον, καθ’ ὅσον, λατ. qua, quatenus. 3) μετὰ ὑπερθ. ἐπιρρ.: μάλιστα, ἄριστον (λατ. quam maxime κλπ.), συνών. τὡς μάλιστα, ὡς ἄριστον κλπ.= ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότερον, ὅσον τὸ δυνατὸν καλύτερα. –

ΙΙΙ. ἡ αἰτ. ἐν. οὐδ. άντδι΄=διότι, ἐπειδή, λατ. quod. 2) Ἐν ἀρχῇ προτ., διὰ τὸ ὁποῖον, δι’ ὅ, ὅθεν, λατ. quapropter.

Ἡ ἀναφορ. ἀντων. συναπτομένη μετὰ τινων μορίων ὑφίσταται τροποποίησίν τινα τῆς σημασίας της:

Ι. ὅς γε (λατ. qui quidem, ἤ quippe qui), ὅπου ἡ ὅς ἀποκτᾷ διὰ τοῦ γε κάποιον περιορισμὸν ἤ καὶ ἀντιθέτως ἔμφασιν=ὅστις τουλάχιστον, ὁ ὁποῖος τουλάχιστον, ὁ ὁποῖος ἀκριβῶς, ὁ ὁποῖος μάλιστα. –

ΙΙ. ὃς κεν (ἢ ὃς κε), ἀττ. ὃς ἄν (ὁ ἄν ἀοριστολογικός), ὅπου ἡ ὅς προσλαμβάνει κάποιον χροιὰν ἀοριστίας καὶ ἀβεβαιότητας (λατ. quicumque)=ὁστισδήποτε, ὁποιοσδήποτε, ὅποιος καὶ ἄν.

Β. Δεικτικὴ ἀντωνυμία: ἡ ἀναφορ. ὃς χρησιμοποιεῖται καὶ ὡς δεικτικὴ ἀντων., ἀντὶ τῆς οὗτος, ὅδε, ἐνίοτε δὲ καὶ ἀντὶ τῆς αὐτός (ὁριστ. - ἐπαναληπτ. αὐτός)΄ μὲ δύναμιν δεικτικῆς ἀντων. ἀπαντῶσι κυρ. οἱ τύποι τῆς ὀνομ., ἀρσ. ὅς, οἵ, σπανιώτ. δὲ ἡ ὀνομ. θηλ. καὶ οὐδ. ΄ ἡ τοιαύτη χρῆσις εἶναι ὁμηρικὴ κυρίως, ἐκ δὲ τῶν μεθ’ Ὅμηρον ἀπαντᾷ κυρ. εἰς τοὺς διαλόγους τοῦ Πλάτωνος, καὶ δὴ εἰς τὰς περιφράσεις ἧ δ’ ὅς, ἧ δ’ ἥ (βλ. ἠμί)=εἶπεν οὗτος, εἶπεν αὕτη, καὶ εἰς τινας ἄλλας περιφρ., καὶ δή:

ΙΙ. καὶ ὃς (ἐν ἀρχῇ προτ.)=καὶ οὗτος. 2) (ἐν άντιθέσιν) οἳ...οἵ=αὐτοὶ μέν... ἐκεῖνοι δέ, ἢ ἀπὸ τὸ ἕνα μέρος... ἐν ἀπὸ τὸ ἄλλο | (παρ’ ἀττ.) ὃς μέν...ὃς δέ=αὐτὸς μέν... ἐκεῖνος δέ | ἃ μέν...ἃ δέ=ἐν μέρει μέν...ἐν μέρει δέ, ἢ ἀφ’ ἑνὸς μέν...ἀφ’ ἑτέρου δέ. 3) ὃς καὶ ὃς=τέτοιος καὶ τέτοιος ἄνθρωπος «ἕνας ἔτσι καὶ ἔτσι», μετὰ τῆς ἐννοίας τῆς λεπτομεροῦς περιγραφῆς.

ΓΚτητικὴ ἀντωνυμία: Ἡ ἀναφορ. ἀντων. ὅς, ἥ, ὅ κεῖται τέλος καὶ ἀντὶ τῆς κτητικῆς ἀντων., κατὰ τὸ πλεῖστον μάλιστα ἀντὶ τῆς κτητικῆς ἀντων. τοῦ γ’ προσ., δηλ. ἀντὶ τῆς ἑός, ἑή, ἑόν=δικός του, δική του, δικό του: ὃν θυμόν, τοῖς οἷσιν αὐτοῦ, ᾧ πενθερῷ, πατέρι . –

ΙΙ. ὡσ. (ἀλλὰ σπάνια) καὶ ἀντὶ τοῦ β’ προσ. τῆς κτητ. ἀντων., τ. ἔ. ἀντὶ τῆς σός, σή, σόν=δικός σου, δική σου, δικό σου. –

ΙΙΙ. ἔτι δὲ σπανιώτερον κεῖται ἀντὶ τοῦ α΄ προσ. κτητ. ἀντων. ἐμός, ἐμή, ἐμόν=δικός μου, δική μου, δικό μου.

Ἐτυμ.: Ι. ἡ αναφορ. ὅς < ἰαπ. *jo-s, *ja, *jo-d=σανσκρ. yah, ya, yad, Ζενδ. yo, ya, yat, λιθ. jis, ji (οὗτος, αὕτη), λατ. is, id, παλ-σλαυ.i, ja, je΄ βασικῶς ὑπόκειται ἕν ἰαπ. δεικτ. θέμ. *i- (λατ. is), ἐξ οὗ προῆλθε περαιτέρω διὰ τῆς προσθήκης τοῦ προσφ. –ο- τὸ σχῆμα *jo-s. –

ΙΙ. ἡ δεικτ. ὅς ἐν ταῖς περιφρ. καὶ ὅς, ἦ δ’ ὅς κλπ., ὅπως ἡ ὃς τελοῦσα λειτουργίαν ἀναφορ. ἀπὸ κοινοῦ μετὰ τύπων τοῦ δεικτ. *to-, ἀνάγεται εἴτε εἰς τύπον *so-s (σανσκρ. sa-h), εἴτε εἰς τύπον *sjo-s (σανσκρ. sya-h, παλ-περσ. hyah). –

ΙΙΙ. ἡ κτητ. ὃς (σανσκρ. sva-h)=κατ. suus΄ δι’ ἐτυμ. βλ. .

[ΙΩΑΝ. ΣΤΑΜΑΤΑΚΟΥ - ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΗΣ]

[
ἕθεν, ἐπ. καὶ ἀττ. ποιητ. γεν. ἀντὶ ἕο, οὗ, γ’ προσ. (Α 114)]

Δεν υπάρχουν σχόλια: