[ἐπί + εὐφημέω (εὔφημος=εὖ + φήμη)] ἐπιβοῶ μετ’ εὐφημίας, μετ’ ἀπαρ., πάντες ἐπευφήμησαν Ἀχαιοὶ αἰδεῖσθαί θ’ ἱερῆα, Ἰλ. Α. 22΄ πρβλ. ἐπαϋτέω, ἐπηπύω, ἐπιάχω.
[ἐπευφήμησαν γ’ πληθ. ἀορ. (Α 22)]
Ραψωδία Α (413-427)
Πριν από 12 χρόνια
Σημασία και ετυμολογία λέξεων
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου