Τετάρτη, 26 Νοεμβρίου 2008

ἐπευφημέω

[ἐπί + εὐφημέω (εὔφημος=εὖ + φήμη)] ἐπιβοῶ μετ’ εὐφημίας, μετ’ ἀπαρ., πάντες ἐπευφήμησαν Ἀχαιοὶ αἰδεῖσθαί θ’ ἱερῆα, Ἰλ. Α. 22΄ πρβλ. ἐπαϋτέω, ἐπηπύω, ἐπιάχω.

[
ἐπευφήμησαν γ’ πληθ. ἀορ. (Α 22)]

Δεν υπάρχουν σχόλια: