Σάββατο, 31 Ιανουαρίου 2009

παλιμπλάζομαι

(πάλιν + πλάζομαι): περιπλανῶμαι πρὸς τὰ πίσω, ὀπισθοδρομῶ, ἐπιστρέφω περιπλανώμενος.

[
παλιμπλαχθείς, μτχ. ἀορ. α’ (Α 59)]

Δεν υπάρχουν σχόλια: