Σάββατο, 17 Ιανουαρίου 2009

φρήν

(ἡ)' τὸ διάφραγμα, ὁ μῦς, ὁ ὁποῖος διαχωρίζει τὴ θωρακικὴ κοιλότητα (δηλ. τὴν καρδιὰ καὶ τοὺς πνεύμονες) ἀπ’ τὴν κοιλότητα τῆς κοιλίας.

ΙΙ. στὸν Ὁμ. φρὴν καὶ φρένες=ἡ καρδιὰ καὶ τὰ περὶ αὐτήν, τὸ στῆθος | 2. οἱ φρένες ἐθεωροῦντο ὡς ἡ ἕδρα τοῦ συναισθηματικοῦ μας κόσμου καὶ τῶν νοητικῶν μας λειτουργιῶν, καὶ σήμαιναν: καρδιά, νοῦς, νόησις, ἀντίληψις, λογικόν, ὀρθὸς λόγος | 3. ἐπὶ ζῴων, τὸ ἔνστικτο, ἡ σωματικὴ αἴσθησις | 4. φρένες στὸν Ὁμ. κεῖνται καὶ ὡς "ἕδρα τῆς ζωῆς", "αὐτὴ ἡ ζωὴ μὲ ὅλες της τὶς σωματικὲς ἀνάγκες" ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὴν ψυχή, τὴν ἀποχωρισθεῖσαν τοῦ σώματος, ἥτις εἶναι ἡ σκιὰ τοῦ νεκροῦ, ἐστερημένη φρενῶν (τῆς ὅλης δηλ. ὑλικῆς ὑποστάσεως).

Παράγωγα ἐκ τοῦ φρήν: φρονέω, ἄ-φρων, πρό-φρων, πρό-φρασσα, σώ-φρων, εὐφραίνω.

Δεν υπάρχουν σχόλια: