Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΦΡΗΝ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΦΡΗΝ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 30 Μαρτίου 2009

κερδαλεόφρων, ον

(κερδαλέος + φρήν)' ὁ κερδαλέους (ἀποβλέπων εἰς κέρδος) φρένας ἔχων, πανούργος, δόλιος, πονηρός.

Σάββατο 14 Φεβρουαρίου 2009

πρόφρων

(ὁ, ἡ)' (πρό + φρήν)' μὲ τὴν φρήν (καρδιά, ψυχή) κλίνουσα πρὸς τὰ ἐμπρός, πρόθυμος, ἔτοιμος, εὔνους, εὐμενής, ἔνθερμος.

Παρασκευή 13 Φεβρουαρίου 2009

φρονέω

(φρήν)' σκέπτομαι, συλλογίζομαι, εἶμαι συνετός, φρόνιμος' ἄριστοι μάχεσθαί τε φρονέειν τε=ἄριστοι καὶ εἰς τὸ μάχεσθαι καὶ εἰς τὸ σκέπτεσθαι καὶ κρίνειν τὰ πράγματα' οἱ φρονοῦντες=οἱ σοφοί' τὸ φρονεῖν=ἡ φρόνησις | 2. εἶμαι στὰ καλά μου, ἔχω σώας τὰς φρένας.

ΙΙ. σκέπτομαι κατά τινα τρόπο, σκέπτομαι, μελετῶ, σχεδιάζω' φρονῶν ἔπρασσον=ἐνήργουν κατόπιν σκέψεως (ἐπὶ σχεδίου, σκοπίμως) | 2. μετὰ οὐδ. ἐπιθ., πατρὶ φίλα φρονέων=ἔχω καλὲς διαθέσεις ἀπέναντί του.

ΙΙΙ. σκέπτομαι περί τινος, τὸ συλλογίζομαι, τοῦ δίνω προσοχή.

IV. ἔχω τὶς αἰσθήσεις μου, ζῶ' ἔτι φρονέοντα=ἔτι ζῶντα.

Σάββατο 17 Ιανουαρίου 2009

φρήν

(ἡ)' τὸ διάφραγμα, ὁ μῦς, ὁ ὁποῖος διαχωρίζει τὴ θωρακικὴ κοιλότητα (δηλ. τὴν καρδιὰ καὶ τοὺς πνεύμονες) ἀπ’ τὴν κοιλότητα τῆς κοιλίας.

ΙΙ. στὸν Ὁμ. φρὴν καὶ φρένες=ἡ καρδιὰ καὶ τὰ περὶ αὐτήν, τὸ στῆθος | 2. οἱ φρένες ἐθεωροῦντο ὡς ἡ ἕδρα τοῦ συναισθηματικοῦ μας κόσμου καὶ τῶν νοητικῶν μας λειτουργιῶν, καὶ σήμαιναν: καρδιά, νοῦς, νόησις, ἀντίληψις, λογικόν, ὀρθὸς λόγος | 3. ἐπὶ ζῴων, τὸ ἔνστικτο, ἡ σωματικὴ αἴσθησις | 4. φρένες στὸν Ὁμ. κεῖνται καὶ ὡς "ἕδρα τῆς ζωῆς", "αὐτὴ ἡ ζωὴ μὲ ὅλες της τὶς σωματικὲς ἀνάγκες" ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὴν ψυχή, τὴν ἀποχωρισθεῖσαν τοῦ σώματος, ἥτις εἶναι ἡ σκιὰ τοῦ νεκροῦ, ἐστερημένη φρενῶν (τῆς ὅλης δηλ. ὑλικῆς ὑποστάσεως).

Παράγωγα ἐκ τοῦ φρήν: φρονέω, ἄ-φρων, πρό-φρων, πρό-φρασσα, σώ-φρων, εὐφραίνω.