Παρασκευή, 6 Φεβρουαρίου 2009

ἑκατόμβη

(ἡ)' (ἑκατόν + βοῦς)' θυσία ἑκατὸ βοῶν | 2. γενικὰ, μεγάλη δημόσια θυσία, ὅπου τὰ θύματα δὲν ἦταν πάντα βόες οὔτε πάντοτε ἑκατό.

Δεν υπάρχουν σχόλια: