Σάββατο, 21 Φεβρουαρίου 2009

ἀχεύω

(ἄχος)' θλίβομαι, λυποῦμαι, πενθῶ.

[
ἀχνύμενος, μτχ. ἐνεστ. (Α 103)]

Δεν υπάρχουν σχόλια: