Σάββατο, 21 Φεβρουαρίου 2009

μένος

(τό)' (*μάω)' δύναμη, σωματικὴ ῥώμη, ἀνδρεία | 2. ἐπὶ ζῴων, ἰσχύς, ἀγριότητα, τὸ θυμοειδές (τῶν ἵππων) | 3. ἐπὶ πραγμ., ἰσχύς, δύναμις, βία | 4. ζωή' μέλαν μένος=τὸ μέλαν αἷμα τῆς ζωῆς.

ΙΙ. ἐπὶ ψυχῆς, πνεῦμα, ὁρμή | 2. ἐπιθυμία, εὐχή, τάση, διάθεση, πρόθεση, σκοπός' γεν., ψυχικὴ διάθεση, ψυχικὴ καὶ φυσικὴ κατάσταση | 3. ἐν περιφράσει, ὅπως καὶ τὰ βίη, ἴς, σθένος' μένος Ἀντινόοιο=αὐτὸς ὁ Ἀντίνοος.

Δεν υπάρχουν σχόλια: