Πέμπτη, 19 Μαρτίου 2009

ἀποτίνω

(ἀπό + τίνω)' πληρώνω πίσω, πληρώνω κάτι ὀφειλόμενο, ἀνταποδίδω | 2. πληρώνω ἐξ ὁλοκλήρου, ἀποπληρώνω.

ΙΙ. μέσον ἀποτίνομαι καὶ ἀποτίνυμαι, ἐπιβάλλω σὲ κάποιον νὰ μοῦ πληρώσει κάτι, τὸν ἐξαναγκάζω' ἀποτίνομαί τινα=ἐκδικοῦμαί τινα, τὸν τιμωρῶ | 2. ἀπόλ., λαμβάνω ἐκδίκηση.

[
ἀποτείσομεν, ὀριστ. μέλλ. (Α 128)]

Δεν υπάρχουν σχόλια: