Τρίτη, 7 Απριλίου 2009

κυνώπης

(ὁ), θηλ. κυνῶπις, (κύων + ὤψ)' κυνὸς ὄμματ᾿ ἔχων=ὁ ἔχων ὀφθαλμοὺς (ἢ τὸ βλέμμα) κυνός, ἀναιδής.

Δεν υπάρχουν σχόλια: