Τρίτη, 7 Απριλίου 2009

μετατρέπω

(μετά + τρέπω)' τρέπω, στρέφω, γυρίζω, πρὸς ἄλλο μέρος.

ΙΙ. μέσον, μετατρέπομαι, στρέφομαι πρὸς ἄλλο μέρος | 2. στρέφομαι, γυρίζω, πίσω | 3. στρέφομαι καὶ κοιτάζω πρός τι, προσέχω εἴς τι, φροντίζω περί τινος, ἐνδιαφέρομαι διά τι.

[
μετατρέπῃ, γ’ ἑν. ὑποτ. (Α 160)]

Δεν υπάρχουν σχόλια: