Παρασκευή, 12 Φεβρουαρίου 2010

ἤδη

( + δή), ἐπίρ. χρόνου' ἀναφερόμενο στὸ ἄμεσο παρελθόν, ἕως τώρα, πλέον, τώρα πλέον | 2. ἀναφερόμενο εἰς τὸ ἄμεσο μέλλον, τώρα, ἀμέσως, ἀπ᾿ τὴν στιγμὴ αὐτή | 3. ἐπὶ τόπου, ἀπὸ ταύτης ἤδη Αἴγυπτος=ἀμέσως μετά (τὴν λίμνη) αὐτὴ ἀρχίζει ἡ Αἴγυπτος.

Δεν υπάρχουν σχόλια: