Τετάρτη, 24 Μαρτίου 2010

μοῖρα

(ἡ), (μείρομαι)' μέρος, μερίδιον | 2. τμῆμα στρατοῦ | 3. μέρος λαοῦ ἢ πολιτικὴ μερίδα | 4. τὸ μερίδιο ποὺ ἀναλογεῖ στὸν καθένα, κυρ. μερίδιο ἐκ λείας πολέμου | 5. ἡ κληρονομικὴ μερὶδα ἑκάστου | 6. ὁ προορισμὸς ἑκάστου, τὸ μερίδιό του στὴ ζωῇ | 7. τὸ πεπρωμένο ἑκάστου, ὁ θάνατος | 8. αὐτὸ ποὺ κατὰ τὸ δίκαιον ἀνῆκει στὸν καθένα, ὅ,τι εἶναι ὀρθὸ καὶ νόμιμο' κατὰ μοῖρας ἔειπες=μίλησες πρεπόντως, δικαίως | 9. ὁ οφειλόμενος σεβασμός, ἐκτίμηση, ὑπόληψη' ἐν μοῖρα ἄγω τινά=τρέφω τὸν προσήκοντα σεβασμό.

Δεν υπάρχουν σχόλια: