Παρασκευή, 19 Μαρτίου 2010

πέλω - πέλομαι

ἐν χρήσει μόνον κατ᾿ ἐνεστ. καὶ πρτ.' εἶμαι ἐν κινήσει, πηγαίνω ἢ ἔρχομαι, ἐγείρομαι' γῆρας καὶ θάνατος ἐπ᾿ ἀνθρώποισι πέλονται=τὸ γῆρας καὶ ὁ θάνατος στοὺς ἀνθρώπους ἐπέρχονται | 2. ὅπως τὸ εἰμί, συνηποδηλώνοντας τὴ συνεχεια, εἶμαι πάντοτε, εἶμαι συνήθως, ὑπάρχω, εἶμαι, γίνομαι.

Δεν υπάρχουν σχόλια: