Παρασκευή, 4 Μαρτίου 2011

γεραιός, ά, όν

(γέρων, γῆρας), γηραιός΄ γέρος στὴν ἡλικία΄ σεβάσμιος, σεβαστός’ συγκρ. γεραίτερος΄ οἱ γεραίτεροι=οἱ πρεσβύτεροι, οἱ γονεῖς΄ ὑπερθ. γεραίτατος.

Δεν υπάρχουν σχόλια: