Σάββατο, 12 Μαρτίου 2011

θάνατος

(θανεῖν τοῦ θνήσκω)΄ ὅ,τι καὶ νῦν, θάνατον καταγιγνώσκω τινός=καταδικάζω εἴς θάνατο, ἐκφέρω καταδικαστικὴ ἀπόφαση κατά τινος | β. πληθ. θάνατοι=εἴδη (τρόποι) θανάτου (συνήθως ἐπὶ βίαιου θανάτου).

ΙΙ. ὡς κύρ. ὄνομα ὁ Θάνατος, δίδυμος ἀδελφὸς τοῦ Ὕπνου, παιδιὰ τῆς Νυκτός.

ΙΙΙ. νεκρός, πτῶμα.

Δεν υπάρχουν σχόλια: