Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΙΣΤΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΙΣΤΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 3 Φεβρουαρίου 2013

ἱστοδόκη

(ἱστός + δέχομαι)' ξύλον ἐξέχον κατὰ τὴν πρύμναν, ἐφ’ οὗ κατεβιβάζετο καὶ ἐστηρίζετο ὁ ἱστός' ἱστόν δὲ ἱστοδόκῃ πέλασαν προπόνοισιν ὑφέντες Ἰλ. Α. 434

Σάββατο 8 Δεκεμβρίου 2012

ἱστίον

(ὑποκορ. τοῦ ἱστός μόνον κατὰ τύπον), ὕφασμα, σινδών || παρ’ Ὁμ. ἱστίον πλοίου, «πανί», καὶ ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον κατὰ πληθ. ἱστία, ἕλκον δ’ ἱστία λευκὰ... βοεῦσι=ἔσυρον ἐπάνω διὰ δερματίνων σχοινίων τὰ λευκὰ ἱστία, δηλ. «τὰ πανιά», Ὀδ. Β. 426· τέταθ’ ἱστία, ἦσαν τεταμένα, «τεντωμένα», Λ. 11 || πλήρεσιν ἢ ὅλοις ἱστίοις=«μὲ γεμᾶτα πανιά», μὲ ὅλην τὴν δύναμιν τοῦ ἀνθρώπου, παροιμία παρὰ Σουΐδ.· σπανίως κατ’ ἑνικ., ἐν δ’ ἄνεμος πρῆσεν μέσον ἱστίον Ἰλ. Α. 481.

Παρασκευή 28 Νοεμβρίου 2008

ἱστός

(ὁ)' (ἵστημι) πρᾶγμα στηθὲν καὶ μένον ὄρθιον.

Ι.
ἱστὸς πλοίου, «κατάρτι», ἱστόν... στῆσαν ἀείραντες=τὸ ἐσήκωσαν καὶ τὸ ἔστησαν τὸ κατάρτι, Ὀδ. Ο. 289, πρβλ. Ἰλ. Ψ. 852· ἱστοὺς στησάμενοι Ὀδ. Ι. 77, πρβλ. Ἰλ. Α. 480' ἀντίθετον τῷ καθαιρεῖν, κάδ δ’ ἕλον ἱστόν=τὸν κατεβίβασαν, Ὀδ. Ο. 496.

ΙΙ.
ἡ δοκὸς τοῦ ἱστοῦ, ἤτοι «ἀργαλειοῦ», ἥτις ἵστατο ὀρθία καὶ οὐχὶ ὀριζοντίως ὡς παρ’ ἡμῖν, Ἰλ. Ζ. 491, Ὀδ. Α. 357, κτλ.' ἱστὸν ἐποίχομσι=κινοῦμαι ἀπὸ τοῦ ἑνὸς μέρους τοῦ ἱστοῦ πρὸς τὸ ἄλλο, διότι ὁ ὑφαίνων ἔδει νὰ βαδίζῃ ἀπὸ τοῦ ἑνὸς μέρους εἰς τὸ ἕτερον καὶ τἀνάπαλιν· ἱστὸν ἑποιχομένην=ἱστουργοῦσαν καὶ ὑφαίνουσαν (Σχόλ.), Ἰλ. Α. 31, Ὀδ. Ε. 62 | 2. ὁ στήμων ὁ εἰς τὸν ἱστὸν προσηρμοσμένος καὶ ἑπομένως αὐτὸ τὸ ὕφασμα, ἱστὸν ὕφαινε Ἰλ. Γ. 125. κτλ· ἠματίη μὲν ὑφαίνεσκεν μέγαν ἱστόν, νύκτας δ’ ἀλλύεσκεν περὶ τῆς Πηνελόπης, Ὀδ. Β. 104.