Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 3 Φεβρουαρίου 2013

ἱστοδόκη

(ἱστός + δέχομαι)' ξύλον ἐξέχον κατὰ τὴν πρύμναν, ἐφ’ οὗ κατεβιβάζετο καὶ ἐστηρίζετο ὁ ἱστός' ἱστόν δὲ ἱστοδόκῃ πέλασαν προπόνοισιν ὑφέντες Ἰλ. Α. 434

Σάββατο 8 Δεκεμβρίου 2012

ἱστίον

(ὑποκορ. τοῦ ἱστός μόνον κατὰ τύπον), ὕφασμα, σινδών || παρ’ Ὁμ. ἱστίον πλοίου, «πανί», καὶ ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον κατὰ πληθ. ἱστία, ἕλκον δ’ ἱστία λευκὰ... βοεῦσι=ἔσυρον ἐπάνω διὰ δερματίνων σχοινίων τὰ λευκὰ ἱστία, δηλ. «τὰ πανιά», Ὀδ. Β. 426· τέταθ’ ἱστία, ἦσαν τεταμένα, «τεντωμένα», Λ. 11 || πλήρεσιν ἢ ὅλοις ἱστίοις=«μὲ γεμᾶτα πανιά», μὲ ὅλην τὴν δύναμιν τοῦ ἀνθρώπου, παροιμία παρὰ Σουΐδ.· σπανίως κατ’ ἑνικ., ἐν δ’ ἄνεμος πρῆσεν μέσον ἱστίον Ἰλ. Α. 481.

Τετάρτη 2 Μαρτίου 2011

ἱερεύς, ἱέρεια

ἰων. ἱρεύς, ἵρεια΄ (ἱερός)΄ ὁ ἐπιτελῶν τὶς θυσίες, ἱερεύς, θύτης.

Πέμπτη 1 Απριλίου 2010

ἵζω

μτβτ., βάζω κάποιον νὰ καθίσει | 2. ἀμτβ., κάθομαι, καθίζω κάτω, ἐπὶ στρατιωτῶν, κάθομαι, τοποθετοῦμαι σὲ ἐνέδρα, ἐνεδρεύω, στρατοπεδεύω.

ΙΙ. παθ. ἵζομαι, ἐπὶ γῆς, κατακαθίζω, ὑφίσταμαι καθίζηση.

ἶσος, ἴση, ἶσον

ἐπ. καὶ ἔϊσος' ὁ ἴδιος, ὅμοιος' ἴσα πρὸς ἴσα=ἐντελῶς ἴσα' ἶσος καί...=ἐξ ἴσου μέ...' ἴσον ἐμοί=ἐξ ἴσου μ᾿ ἐμένα | 2. δίκαιος, λογικός | 3. ἐπὶ τόπου, ὀμαλός, ἐπίπεδος | 4. εττ. συγκρ. ἰσαίτερος.

Δευτέρα 15 Φεβρουαρίου 2010

ἱκάνω

ἐπ’ἐκτετ. τύπος τοῦ ἵκω, μόνο κατ᾿ ἐνεστ. καὶ πρτ. ἐν χρήσει' ἔρχομαι, φθάνω εἰς, ἐκτείνομαι μέχρι.

ΙΙ. μέσον, ἱκάνομαι, ὡς τὸ ἐνεργ.

Σάββατο 25 Απριλίου 2009

ἴσχω

(ἕτερος τύπος τοῦ ἔχω, ἀπαντῶν μόνον κατ᾿ ἐνεστ. καὶ πρτ. ἶσχον)' κρατῶ, συγκρατῶ, σταματῶ, ἀναχαιτίζω' ἀμτβ. σταματῶ, παύω | 2. ἴσχεο= στάσου ! ἡσύχασε! σταμάτα!' μετὰ γεν., ἴσχομαί τινος=ἀπέχω ἀπό τι, μένω, κρατῶ ἐμαυτόν, μακρὰν ἀπό τι.

ΙΙ. μέσον, συγκρατῶ, ἀναχαιτίζω, ἐμαυτόν.

ΙΙΙ. μτγν. ὡς τὸ ἔχω.

Τρίτη 21 Απριλίου 2009

ἵνα

ἐπίρ.' ἐπὶ τόπου, σὲ κεῖνο τὸ μέρος, ὅπου | 2. ὅπου, πρὸς ὅπου | 3. ὅπως τὸ ὅποι=πρὸς τὰ ποῦ;, ποῦ; | 4. ἐπὶ περιστάσεων, γάμος... ἵνα χρή...=γάμος, κατὰ τὸν ὁποῖον πρέπει...

ΙΙ. σύνδ.' ὡς τὸ ὅπως=γιὰ νά, διὰ νά | 2. ἵνα δή, ἵνα περ, ἵνα τί (ἐνν. γένηται);= πρὸς ποῖον σκοπόν; διὰ νὰ γίνῃ τι; πρός τι;

ἵστημι

(ἐκτετ. στάω)' μτβτ., κάνω τι(νά) νὰ σταθεῖ ὄρθιος, -ον, στήνω, τοποθετῶ | 2. κάνω τινὰ νὰ σταθῇ ἀκίνητος, ἀναχαιτίζω, ἐμποδίζω | 3. κάνω τι στερεό, στερεώνω τι' στήνω ὄρθιο, ἐγείρω, σηκώνω, ὑψώνω' ἐγείρω οἰκοδομήματα, ἱδρύω ἀγάλματα ἢ ἀνδριάντες πρὸς τιμήν τινος | 4. ἀνακινῶ, διεγείρω | 5. ὑποδεικνύω, διορίζω, ἐγκαθιστῶ | 6. ζυγίζω' ἵστημί τι πρός τι=ζυγίζω τι ἐν συγκρίσει πρὸς ἄλλο τι.

ΙΙ. ἀμτβ., ἵσταμαι, στήνομαι, τοποθετοῦμαι' μετ᾿ ἐπιρ., βρίσκομαι σὲ μιὰ κατάσταση | 2. ἵσταμαι ἥσυχος, λαμβάνω θέση | 3. μένω σταθερός, παραμένω ἀκίνητος, παραμένω καθηλωμένος' παύω, σταματῶ | 4. στέκομαι ὄρθιος, ἐγείρομαι, σηκώνομαι | 5. γεν., ἐγείρομαι, ἀρχίζω.

[
στῆ, ἰων. ἀντὶ ἔστη, γ’ ἑν. ἀορ. β’ (Α 197)]

Δευτέρα 30 Μαρτίου 2009

ἵππος

(ὁ, ἡ)' ἄλογο' ἡ ἵππος=τὸ ἱππικό, οἱ ἱππεῖς, ἐν τῷ ἑν. πάντοτε, ὡς χιλίη ἵππος=χίλιοι ἱππεῖς.

ΙΙ. ἵππος ποτάμιος=ἱπποπόταμος.

ΙΙΙ. ἐν συνθέσει ὡς α’ συνθ. ἐκφράζει κάτι τὸ μέγα ἢ τραχύ' ἱππόκρημνος, κλπ.

Παρασκευή 27 Μαρτίου 2009

Ἰδομενεύς

βασιλιάς της Κρήτης, γιος του Δευκαλίωνα και εγγονός του Μίνωα.

Τετάρτη 18 Φεβρουαρίου 2009

ἱερός -ά, -όν

και -ός, -όν' θεϊκός, αὐτὸς ποὺ βρίσκεται κάτω ἀπὸ τὴν προστασία τοῦ θεοῦ, ποὺ ἐμπνέεται ἀπὸ τὸν θεό, γενναίος, δυνατός' ΟΜ Οδ 7.167 ἐπεὶ τό γ΄ ἄκουσ΄ ἱερὸν μένος Ἀλκινόοιο (=ὁ θεϊκὸς Ἀλκίνοος)' ἀφιερωμένος στὸν θεό, ἄγιος, ἱερός, σεπτός, ἀμόλυντος' σὲ συνδυασμὸ μὲ τοπωνύμιο ἢ προσηγορικὸ τόπου' ΟΜ Οδ 1.2 ἐπεὶ Τροίης ἱερὸν πτολίεθρον ἔπερσε | Β. τὰ ἱερά=προσφορές, θυσίες, ἱερὲς τελετές, ἐντόσθια τοῦ θύματος' φρ. ἱερὸν ἦμαρ=θεία μέρα' ΟΜ Οδ 9.56 ὄφρα μὲν ἠὼς ἦν καὶ ἀέξετο ἱερὸν ἦμαρ.

ἱλάσκομαι

καὶ ἱλάομαι, (ἵλαος), ἀποθ.' ἐπὶ θεῶν, ἐξιλεώνω, ἐξευμενίζω, καταπραΰνω.

[
ἱλασσάμενοι, μτχ. ἐπ. ἀορ. α’ (Α 100)]
[
ἱλάσσεαι, ἐπ. ἀντὶ ἱλάσῃ, β’ ἑν. ὑποτ. ἀορ. α’ (Α 147)]

Παρασκευή 13 Φεβρουαρίου 2009

Ἴλιος

(ἡ) ἢ Ἴλιον (τό)' ἡ πόλη τοῦ Ἴλου, ἡ Τροία.

Σάββατο 6 Δεκεμβρίου 2008

ἵημι

κατὰ τὴν σημ. εἶναι μτβ. τοῦ εἶμι΄ θέτω εἰς κίνηση, κάνω τι νὰ κινηθεῖ | 2. στέλνω | 3. ἐπὶ ἤχων, ἐκπέμπω, ἐκστομίζω | 4. ἐπὶ πραγμάτων, βάλλω, ἀκοντίζω, ἐκσφενδονίζω, ἐκτινάσσω' μετὰ γεν. προσ. ρίπτω κατά τινος | β. ὅπως τὸ βάλλειν | γ. ἡ αἰτ. συχνὰ παραλείπεται κατὰ τρόπον ὥστε τὸ ἵημι φαινομενικῶς εἶναι ἀμτβ., ρίπτω, βάλλω, πυροβολῶ | 5. ἐπὶ ὕδατος, ἀφήνω νὰ ῥέει, νὰ τρέχει, νὰ χύνεται' ποταμὸς ἐπὶ γαῖαν ἵησιν, Ὀδ.

ΙΙ. μέσον ἵεμαι, πέμπτω ἐμαυτὸν πρός τι | 2. μτφρ. ἐπιθυμῶ, λαχταρῶ | 3. τὸ γ' πληθ. τοῦ μέσ. ἀορ. β' ἕντο χρησιμοποιεῖται ἀπὸ τὸν Ὅμηρο μόνο ἐν τῇ φράσει: ἐπεὶ πόσιος καὶ ἐδητύος ἐξ ἔρον ἕντο=ἀφ' οὗ ἱκανοποίησαν τὴν ἐπιθυμία φαγητοῦ καὶ ποτοῦ (ἀφ᾿ οὗ ἔφαγαν καὶ ἤπιαν ἀρκετά).

[
ἕηκε, ἐπ. ἀντὶ ἧκε, γ’ ἑν. ἀορ. α’ (Α 48)]
[
ἧκε, ἀόρ. α’ (Α 195 - Α 208)]

ἰός (Α)

(ὁ) (ἰέναι τοῦ εἶμι ἵημι)' βέλος, ἰὸν ἕηκε, Ἰλ.1.48.

Τρίτη 2 Δεκεμβρίου 2008

ἶφι

(ἴσως ἀρχαία δοτ. τοῦ ἴς) ἐπ. ἐπίρρ., ἰσχυρῶς, κραταιῶς, συχν. παρ᾿ Ὁμ., ἀλλὰ μόνον μετὰ τεσσάρων ῥημάτων, ἶφι ἀνάσσειν=κραταιῶς ἢ κρατερῶς κυβερνᾶν, βασιλεύειν, Τενέδοιό τε ἶφι ἀνάσσεις Ἰλ. Α. 38, κτλ.· ἶφι μάχεσθαι=ἀνδρείως, Α. 151· ἶφι δαμῆναι, δαμασθῆναι ὑπερτέρα δυνάμει, Τ. 417, Ὀδ. Σ. 156· ἶφι κτάμενος Ἰλ. Γ. 375.

Παρασκευή 28 Νοεμβρίου 2008

ἱστός

(ὁ)' (ἵστημι) πρᾶγμα στηθὲν καὶ μένον ὄρθιον.

Ι.
ἱστὸς πλοίου, «κατάρτι», ἱστόν... στῆσαν ἀείραντες=τὸ ἐσήκωσαν καὶ τὸ ἔστησαν τὸ κατάρτι, Ὀδ. Ο. 289, πρβλ. Ἰλ. Ψ. 852· ἱστοὺς στησάμενοι Ὀδ. Ι. 77, πρβλ. Ἰλ. Α. 480' ἀντίθετον τῷ καθαιρεῖν, κάδ δ’ ἕλον ἱστόν=τὸν κατεβίβασαν, Ὀδ. Ο. 496.

ΙΙ.
ἡ δοκὸς τοῦ ἱστοῦ, ἤτοι «ἀργαλειοῦ», ἥτις ἵστατο ὀρθία καὶ οὐχὶ ὀριζοντίως ὡς παρ’ ἡμῖν, Ἰλ. Ζ. 491, Ὀδ. Α. 357, κτλ.' ἱστὸν ἐποίχομσι=κινοῦμαι ἀπὸ τοῦ ἑνὸς μέρους τοῦ ἱστοῦ πρὸς τὸ ἄλλο, διότι ὁ ὑφαίνων ἔδει νὰ βαδίζῃ ἀπὸ τοῦ ἑνὸς μέρους εἰς τὸ ἕτερον καὶ τἀνάπαλιν· ἱστὸν ἑποιχομένην=ἱστουργοῦσαν καὶ ὑφαίνουσαν (Σχόλ.), Ἰλ. Α. 31, Ὀδ. Ε. 62 | 2. ὁ στήμων ὁ εἰς τὸν ἱστὸν προσηρμοσμένος καὶ ἑπομένως αὐτὸ τὸ ὕφασμα, ἱστὸν ὕφαινε Ἰλ. Γ. 125. κτλ· ἠματίη μὲν ὑφαίνεσκεν μέγαν ἱστόν, νύκτας δ’ ἀλλύεσκεν περὶ τῆς Πηνελόπης, Ὀδ. Β. 104.

Τετάρτη 26 Νοεμβρίου 2008

ἱκνέομαι

ἀποθ. ἐκτεταμ. τύπος τοῦ ἵκω, ἱκάνω΄ ἔρχομαι΄ αἷψα δ, ἵκοντο Ἰλ. Σ. 532· ὁπότε Κρήτηθεν ἵκοιτο=ὁσάκις ἤρχετο ἐκ Κρήτης, Γ. 233· ὑπότροπον ἐκ πολέμοιο ἵξεσθαι Ζ. 502· πλῆρες, ὑπότροπον οἴκαδ, ἱκ. Ὀδ. Χ. 35, πρβλ. Υ. 332.

ΙΙ. παρ, Ὁμ. συχν. μετ, αἰτ., ἔρχομαι, φθάνω εἴς τι, ἵκετο νῆας Ἰλ. Θ. 149· ἱκ. Ὄλυμπον, Τροίην, δῆμον, ἔθνος ἑταίρων, κτλ.· οὐδ’ ἵκετο χρόα καλόν, ἐπὶ δόρατος, Ἰλ. Λ. 352, οἶκον... καὶ σὴν ἐς πατρίδα γαῖαν Ὀδ. Ψ. 259 | 2. οὕτως ἐπὶ πράγμ., ἠχὴ δ’... ἵκετ’ αἰθέρ Ἰλ. Ν. 837, Σ. 207· ἐς γαῖάν τε καὶ οὐρανὸν ἵκετ, ἀϋτμὴ Ξ. 174· ὅσσον πυρὸς ἵξετ’ ἀϋτμὴ Ὀδ. Π. 290, πρβλ. Τ. 9. 20· ς πόλιν ἵκετ, ἀϋτή Ξ. 265 | 3. ἐπὶ χρόνου, ἥβης μέτρον ἢ ἥβην ἱκ. Ἰλ. Λ. 225, Ω. 728, κτλ.· γήραος οὐδόν ἢ γῆρας Ὀδ. Ο. 246· οὕτως, ἐπὶ γῆρας Θ. 237· οὐκ ἄν τις τούτων γε ἐΰθρονον Ἠῶ ἵκοιτο=οὐδεὶς ἐξ αὐτῶν δὲν θὰ ἔζη ἕως τὸ πρωΐ, Ρ. 497· οὕτω καί, οὐ τέλος ἵκεο μύθων Ἰλ. Ι. 56· ὀλέθρου πείραθ’ ἱκ. Β. 143 | 4. ἐν ποικίλαις φράσεσιν· μετὰ κλέος ἵκετ, Ἀχαιῶν=ἀπῆλθεν εις τοὺς Ἀχαιοὺς παρακολουθῶν τὴν φήμην αὐτῶν, Ἰλ. Λ. 227· ἐπεὶ ἵκεο χεῖρας ἐς ἀμάς=ἀφοῦ ἔπεσες εἰς τὰς χεῖρας ἡμῶν, Κ448· ὅ τι χεῖρας ἵκοιτο=ὅ τι ἔπιπτεν εἰς τὰς χεῖρας των, Ὀδ. Μ. 331.

ΙΙΙ. μετὰ προσωπικοῦ ἀντικειμένου, ὁ δέ κεν κεχολώσεται, ὅν κεν ἵκωμαι=οὗτος δὲ ὀργισθείη ἂν πρὸς ὃν ἂν ἀφίκωμαι (Θ. Γαζῆς ), Ἰλ. Α. 139, κτλ.· ἔς τινα Ὀδ. Ζ. 176· ἀλλὰ καί, ἔρχομαι εἰς τὴν οἰκίαν τινός, ἵκετο δ’ ἐς Πείραιον Υ. 372· εἰς τὴν σκηνήν τινος, πρὶν Πηλεϊωνάδ’ ἱκέσθαι Ἰλ. Ω. 338· - οὕτω, μετὰ Τρῶας ἱκ. γ. 264· σπανίως μετὰ δοτ., ἐπειγομένοισι δ’ ἵκοντο Μ. 374 | 2. ἐπὶ θλίψεως, δυστυχίας, κτλ., ἐπέρχομαι εἴς τινα, πένθος ἱκ. τινά ἢ φρένας Ἰλ. Α. 240, 362· ἄλη καὶ πῆμα καὶ ἄλγος ἵκηταί τινα Ὀδ. Ο. 345· λιμὸς Ἰλ. Τ. 348· Ν. 711· ὁππότε μιν κάματός τε καὶ ἰδρὼς γούναθ’ ἵκοιτο, ἄδος, ἄχος, σέβας, χόλος, ἱκ. τινὰ θυμὸν ἢ κραδίην, κτλ.| 3. συχνάκις ὡς τὸ ἱκετεύω, προσέρχομαί τινι ὡς ἱκέτης, τὴν ἱκόμην φεύγων Ἰλ. Ξ. 260, πρβλ. Χ. 123, Ὀδ. Π. 424· ὡσαύτως, τὰ σὰ γοῦνα ἱκόμεθ’ Ι. 267.

[
ἱκέσθαι ἀπρφ. ἀορ. β’ (Α 19)]
[
ἵκωμαι, ὑποτ. ἀορ. β’ (Α 139)]
[
ἵκηται, γ’ ἑν. ὑποτ. μέσ. ἀορ. β’ (Α 166)]
[
ἵξεται, γ’ ἑν. μεσ. μέλλ. τοῦ ἱκνέομαι (Α 240)]

Δευτέρα 7 Ιουλίου 2008

ἴφθιμος

η, ον καὶ -ος, -ον (ἶφι, ἴφιος): ἰσχυρὸς, δυνατός, σθεναρός, ῥωμαλέος, στιβαρός || ἐπὶ γυναικῶν, εὐπρεπής, κομψή, χρηστή, χαρίεσσα.

Ἐτυμ.: Ἡ ἐκ τοῦ ἶφι, ἴφιος παραγωγή του δὲν γίνεται ὑπὸ πάντων δεκτή, κηρύσσεται δ’ ὑπ’ αὐτῶν ἡ λ. ὡς ἀγν. ἐτυμ.

[ΙΩΑΝ. ΣΤΑΜΑΤΑΚΟΥ - ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΗΣ]