Δευτέρα, 23 Μαρτίου 2009

ὅπως

ἐπ. ὅππως, ἰων. ὅκως, ἀναφ. ἐπίρ. συσχετ. τοῦ ἐρωτ. πῶς (ὃ ἢ ὅς + πῶς).

Ι. ἐπίρ. τρόπου, ὡς καὶ νῦν, ὄπως, καθώς, κατὰ κάποιον τρόπο' σὲ πλάγιες ἐρωτήσεις, πῶς;, κατὰ ποιὸν τρόπο; | 2. ἐπὶ χρόνου, ὅταν, εὐθὺς ὡς | 3. μετὰ ὑπερθ. ἐπιρ., ὅπως τάχιστα=ὅσο τὸ δυνατὸν ταχύτερα.

ΙΙ. τελικὸς σύνδεσμος, γιά, γιὰ νά, νά, πρὸς τὸν σκοπὸ νά.

Δεν υπάρχουν σχόλια: