Παρασκευή, 18 Ιουνίου 2010

ἐξάγω

(ἔξ + ἄγω)' ἄγω ἔξω, ὁδηγῶ ἢ μεταφέρω ἔξω ἢ μακριά | 2. ἐπὶ πραγμ., μεταφέρω ἔξω, κάνω ἐξαγωγή' τὰ ἐξαγόμενα=τὰ ἐξαγόμενα προϊόντα (ἐμπορεύματα) | 3. ἀποσύρω, ἀπαλλάσσω | 4. ἐξωθῶ, ἀπωθῶ | 5. παράγω, γεννῶ | 6. προσκαλῶ, παρακινῶ, διεγείρω | 7. ἐπὶ προσ., προχωρῶ, ἐξεγείρω, ἀφυπνίζω | 8. δελεάζω, φέρνω σὲ πειρασμό, παραπείθω | 9. ἀμτβ. (ἐνν. ἐμαυτόν), ἐξέρχομαι, ἐκπορεύομαι.

Δεν υπάρχουν σχόλια: