Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΟΛΕΩ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΟΛΕΩ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 24 Δεκεμβρίου 2009

δικασπόλος

(ὁ) (δίκη + πολέω): ὁ νομοθετῶν, ὁ ἐφαρμόζων τοὺς νόμους, ὁ δικαστής.

Πέμπτη 12 Φεβρουαρίου 2009

οἰωνοπόλος, ον

(οἰωνός + πολέω)' ὁ ἀσχολούμενος μὲ τοὺς οἰωνούς, αὐτὸς ποὺ συνάγει προφητεῖες γιὰ τὸ μέλλον ἐκ τῆς πτήσεως καὶ τῶν κραυγῶν τῶν οἰωνῶν | 2. ὡς οὐσιαστικό, οἰωνοσκόπος, μάντις, πρβλ. καὶ ὀνειροπόλος.

Δευτέρα 2 Φεβρουαρίου 2009

ὀνειροπόλος,ον

(ὄνειρος + πολέω)' ὁ ἐνασχολούμενος εἰς τὰ ὄνειρα, ὁ καταγινόμενος μὲ τὰ ὄνειρα, ὁ ἐξ ὀνείρων τὸ μέλλον μαντευόμενος, ὀνειροκρίτης | 2. ὡς οὐσιαστ. ὁ ὀνειροπόλος=ὁ ἐξηγητὴς ὀνείρων.