Πέμπτη, 19 Μαρτίου 2009

ἐπαγείρω

(ἐπί + ἀγείρω)' ἐπὶ πραγμ., συναθροίζω, συλλέγω | 2. παθ. ἐπὶ ἀνδρῶν, συναθροίζομαι, συνέρχομαι.

[
ἐπαγείρειν, ἀπρφ. ἐνεστ. (Α 126)]

Δεν υπάρχουν σχόλια: