Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΓΕΙΡΩ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΓΕΙΡΩ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 19 Μαρτίου 2009

ἐπαγείρω

(ἐπί + ἀγείρω)' ἐπὶ πραγμ., συναθροίζω, συλλέγω | 2. παθ. ἐπὶ ἀνδρῶν, συναθροίζομαι, συνέρχομαι.

[
ἐπαγείρειν, ἀπρφ. ἐνεστ. (Α 126)]

Τετάρτη 11 Φεβρουαρίου 2009

ἀγορά

(ἀγείρω)' συγκέντρωση τοῦ λαοῦ ἤ τοῦ στρατοῦ (σὲ άντίθεση μὲ τὴ βουλή=συνέλευση τῶν ἀρχόντων)' ΟΜ Οδ 9.112 τοῖσιν (ένν. Κυκλώπεσσιν) δ΄ οὔτ΄ ἀγοραὶ βουληφόροι οὔτε θέμιστες' συγκέντρωση τῶν θεῶν΄ ΟΜ Ιλ 8.2 Ζεὺς δὲ θεῶν ἀγορὴν ποιήσατο τερπικέραυνος | 2. ἡ ἀγόρευση, οἱ λόγοι ποὺ ἐκφωνοῦνται στὴ συνέλευση' ΟΜ Ιλ 2.788 οἳ δ΄ ἀγορὰς ἀγόρευον ἐπὶ Πριάμοιο θύρῃσι πάντες ὁμηγερέες ἠμὲν νέοι ἠδὲ γέροντες' φρ. ἀγορὴν ποιεῖσθαι ἤ τίθεσθαι, ἀγορήνδε καλέειν ἤ κηρύσσειν, ἀγορὰν συνάγειν, συλλέγειν, ποιεῖν=συγκαλῶ συνέλευση, καλῶ σὲ συνέλευση' ΟΜ Ιλ 8.489 Τρώων αὖτ᾽ ἀγορὴν ποιήσατο φαίδιμος Ἕκτωρ' φρ. καθίζειν ἀγορήν (ἀντ. λύειν ἀγοράν)=κηρύσσω τὴν ἔναρξη (ἀντ. τὴ λήξη) τῆς συνέλευσης' ΟΜ Οδ 2.69 λίσσομαι ἠμὲν Ζηνὸς Ὀλυμπίου ἠδὲ Θέμιστος, ἥ τ᾽ ἀνδρῶν ἀγορὰς ἠμὲν λύει ἠδὲ καθίζει.

Ἐτυμ.: ἀγείρω, ἀπό: ἀγορ- (ετεροιωμένη μορφὴ τοῦ ἀγερ-) + -α.

Παρασκευή 23 Ιανουαρίου 2009

ὁμηγερής, ές

(ὁμός + ἀγείρω)' ὁ ὁμοῦ, μαζὶ μὲ ἄλλους συνηθροισμένος.

ἀγείρω

(ἄγω)' Ι. ἐνεργητικό, 1. συναθροίζω, συγκεντρώνω κάπου΄ ΟΜ Οδ 3.301 ὁ μὲν ἔνθα πολὺν βίοτον καὶ χρυσὸν ἀγείρων' ΟΜ φρ. θυμὸς ἐνὶ στήθεσσιν ἀγέρθη ή ἐς φρένας θυμὸς ἀγέρθη=ἡ ψυχὴ ἀναλαμβάνει τὶς δυνάμεις της, συνέρχεται (πβ. τὴ νεοελληνικὴ φράση «πῆγε ἡ ψυχὴ στὸν τόπο της» μετὰ ἀπὸ σωματικὴ καὶ ψυχικὴ δοκιμασία)' ΟΜ φρ. ἐπεὶ οὖν ἤγερθεν ὁμηγερέες τε γένοντο=ἀφοὗ μαζεύτηκαν καὶ βρέθηκαν ὅλοι μαζί | 2. συγκεντρώνω χρήματα ἤ ἀγαθὰ μὲ ἐπαιτεία' κάνω ἔρανο ὑπὲρ ναοὺ ἤ θεέτητας.

ΙΙ. μέσο καὶ παθητικό, συναθροίζομαι, συνέρχομαι, συγκαλοῦμαι σὲ συνέλευση' ΟΜ Οδ 8.17 καρπαλίμως δ΄ ἔμπληντο βροτῶν ἀγοραί τε καὶ ἕδραι ἀγρομένων(= ἀγειρομένων)=ἀμέσως ἡ ἀγορὰ καὶ οἱ ἔδρες γέμισαν λαὸ ποὺ συναθροιζόταν.

Ἐτυμ.:
Πιθανῶς ἀπὸ τὸ ἀθροιστικὸ ἀ- καὶ τὴ ῥίζα -γερ- (πβ. Ἡσύχιος λ. γέργερα· πολλά).